Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Ποιός




I

Ποιος είσαι;
Εσύ με τα μενεξεδένια μάτια
και το περπάτημα της αλεπούς νύχτα
να πλησιάζεις και να λυπάσαι
μαζί μου
Εσύ από έναν άλλο κόσμο ερχόμενος
συμπορευόμενος τη μεγάλη αλήθεια
της πληγής μου
Ποιος είσαι;
Ποιος είσαι εσύ
που περνάς θάλασσες κι ουρανούς
για να σταθείς μια στάλα στον απέναντι τον δρόμο
κι απ’ το παράθυρο μου το ανοιχτό
δίχως κουρτίνα
να δεις τι χρώμα έχουν τα ντουλάπια μου
και οι τοίχοι και η τύχη μου
αδιάφορα να μου σφυρίζει
Ποιος είσαι;

Τυφλώθηκαν τα μάτια μου
κι άλλο δεν βλέπουν από έναν άγονο κλαυθμό
στην μετώπη του ανθρώπου
Τι ζητάς;
Τι στ’ αλήθεια ζητάς
σ’ αυτόν τον νέο κόσμο σου
από εμένα;


II

Κι  όμως σε είδα
κι αν τυφλή
έτσι όπως έσκυβε το βλέμμα σου
να μπει απ’ το παράθυρο
Κρύφτηκα πίσω από τον τοίχο
του διαδρόμου
με κομμένη την ανάσα
έσκυβα κάθε τόσο κι εγώ
παραμόνευα
Θα μπεις; Δεν θα μπεις;
Ολόκληρος
Όμως μόνο τη θάλασσα άφησες να χυθεί εντός
να καταβρέξει το χαλί
να πάρουν τα κύματα της το κρεβάτι
κι εγώ μονάχα να κοιτάζω
με τα τυφλωμένα μάτια μου
να βλέπω
ένα-ένα τα αντικείμενά μου
να χάνονται
και μόνο όταν τα μάζεψες όλα
πήρες και τη θάλασσά σου
κι απομακρυνθήκατε
και μόνο τότε ξαναέβαλα τα πόδια μου
στο δωμάτιο
με τα βρεγμένα του σανίδια
και το διαβρωμένο παράθυρο
κι έτσι απλώθηκα μπροστά του
ίδια μεμβράνη αλουμινόχαρτου
με γυμνά ανάγλυφα στήθη στις αχτίνες του ήλιου
και ούτε μια του δεν τόλμησε πια να εισχωρήσει


ΙΙΙ

Ακόμα μετράω ημέρες
και φυλάω ημέρες
για μια περίοδο καμπής
Τα βράδια που ξαπλώνω
στο απολιθωμένο μαξιλάρι
και με παίρνουνε τα σκληρά μου όνειρα
μακριά
μακριά κι απόμακρα στέκομαι
με το συλλογισμό εν γρηγόρσει
μην τύχει και μ’ ακουμπήσει η ομορφιά τους
η ψευδώς στολισμένη
και ματώσει τον νου με τα άγκαθα
της νοσταλγίας
Όχι δεν θέλω να κοιμάμαι
σε ονειρεμένα μονοπάτια να θυμάμαι ελπίδες
να προσμένω
Όχι, μακριά, μακριά επιμένω να μένω από του πόθου τις οδούς
κι έτσι οι οπτασίες δεν με φτάνουνε
όπως δεν τις φτάνω ακόμη κι εγώ
εκείνες της αληθείας


IV

Χάνονται μέσα μου οι πηγές της βοής του ανθρώπου
άδηκτες πληγές οι στεναγμοί
βιώνουν την έννοια του γίγνεσθαι.
Τα σημάδια του ορίζοντα εκπίπτουν του ορισμού τους,
σε χρόνια γήινα φθαρμένες οι εικόνες του σύμπαντος
και το νόημα στενό να χωράει στο νου τους.
Η αυλή, ο κήπος, το κάρβουνο-βουνό που κάποτε γελούσε
μαραζώνουν στην απουσία παιδιών
τώρα τα θρέφουν ξένες μητέρες σε λιλιπούτειες χώρες
μαριονέτες επί πληρωμή.
Συγχωνευόμαστε σαν αριθμοί νομισμάτων:
είσοδος-έσοδα, έξοδος-έξοδα, υποχρεώσεις, χρεώσεις, χρέη
φέρτε μου όλο το χρέος
έτσι κι αλλιώς μόνο όποιος νιώθει πληρώνει πια.


V

Έχω ένα δρόμο σκοτεινό που διασχίζει το δωμάτιο
διαπερνά τοίχους, σβήνει αναμνήσεις, χαράσσει τα αναμενόμενα.
Θα μπορούσε κάποιος να τον πάρει και να φύγει ή να έρθει
όμως κανείς δεν θέλει να περάσει από αυτό το δωμάτιο -μόνο τα μάτια σου-
ούτε κι εγώ
όμως εμένα με κατοικεί κι ούτε μπορώ να το διώξω ούτε να το αγαπήσω
αγαπώ όμως τον δρόμο, τον σκοτεινό, τον σχεδόν μυστικό
τον σχεδόν απομονωμένο,
μοιάζει με το εσώτερο των βραχιόνων μου
καίτοι σκοτεινός, καίτοι κατάλευκοι
έχουν όμοια κατάληξη τα δάχτυλα
που δείχνουν, που φτάνουν, που αγγίζουν
τα απομακρυσμένα…