Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Κρόσσια



Ποτίζομαι βράχο τώρα που λείπεις…

Σχίζω σκοτάδια να βρω τη μορφή σου

-πως χαμογελούσε!-

κανένα μαχαίρι δεν κόβει

μόνο τα μάτια σου βρίσκω κρυμμένα

κάτω απ’ τα μαξιλάρια.

Μ’ αυτά μ’ άφησες να ζεσταίνομαι.

Η κουβέρτα της πνοής σου απέχει.



Δες…

Δεν είμαι ίδια.

Ξέφτισα.

Κρόσσια έμεινα.

Ένα-ένα έρχονται τα πουλιά τις νύχτες

τραβάνε και πάνε.

Λένε πως θα σ’ ανταμώσουν

έτσι κι εγώ τ’ αφήνω,

μ’ ελπίδα…



………………



Πάνε τόσες νύχτες…

Σώθηκα,

όμως δε γύρισες

κι ας μ’ έστειλα κρόσσι-κρόσσι στην πόρτα σου.

Δεν θα ξανάρθεις;



Ρωτώ κι απάντηση δεν παίρνω.

Συνήθισα πια.

Δεν περιμένω τη γεύση σου

μα να, ένα στεναγμό σα ν’ άκουσα

κ’ ήρθε βροχή από άλλους τόπους να με πνίξει.




Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Μακριά



Δεν είναι πολύς ο καιρός που αποκόλλησα από το στήθος το σταυρό μου

Είναι όμως πολύς ο καιρός που τον είχα ξεχασμένο να με απορροφά

Κοίτα μου λένε, δεν θα τελέψουνε ποτέ τα δάκρυα μακριά του

Όμως εγώ τον ονομάζω φόβο κι έτσι μαθαίνω να πορεύομαι

Μακριά

Στην αδεια μου σοφίτα καρτερώ τα νυχτολούλουδα ν’ ανθίσουνε

Δεν έχω χρόνο πολύ όμως δεν έχω και τι άλλο να προσμένω

Από ένα τέλος ατελεύτητο

Από ένα τέλος δικός μου

Και μια διαρκή συνέχεια

Συνέπεια μου είπαν επίσης ότι θα ορίσει τα του μέλλοντος



Όμως δεν βλέπω ακόμα τίποτα δίχως εμένα να ορίζεται

Ταυτοχρόνως τα πάντα ορίζονται εξ ορισμού από φύσης νόμους



Κάτσε καλά στη θέση σου, προειδοποιούν

Μα εγώ κουράστηκα τον ύστερο μου βίο να βιάζω για χάρη των

Έτσι πηγαινοέρχομαι όποτε με βολεύει ξεβολεύοντας αφελείς



Αφελείς όντες οι δουλοπάροικοι της φίλτατης μας Ιερουσαλήμ

Κάπου εδώ γύρω μαγειρεύουν για τους γέροντες χρόνους

Μην αδικείτε τα νοούμενα, δεν έχουν σχέση με τους δημοσιοσχεσίτες

Εκείνα απτόητα πορεύονται στον όρθρο

Και ήσυχα κοιμούνται τα απογεύματα

Και οι νύχτες με εφιάλτες δεν τους ταράσσουν



Άκριες οι φορές τώρα πια

Που ο λόγος μου στερεύει καθώς ειπώθηκε

Με χιλιάδες ορισμούς και τρόπους

Κι όμως

Συνεχίζω να ματώνω τη γλώσσα με τα δόντια μου άφοβη

Στη λαχτάρα που καρτερεί να με φαει



Κάπου εδώ περισσεύουν του μέλλοντος οι καρποί

Πληθώρα, και δεν ξέρω τι να πρωτοπιώ και τι να πρωτοφάω

Αχόρταγη και αντάμα χορτασμένη από τα ξενόφερτα γλέντια

Και τις βλαστήμιες



Αποκριά ντύθηκα, ντύθηκα χορτασμένη, ντύθηκα μωρό στην κούνια μου

Εγώ κι η μοίρα μου, ντυθήκαμε γκαστρωμένες υποσχέσεις κενές

Και καινών ανθρώπων κενά απλησίαστα

Κινηθήκαμε με λαχτάρα στις παρυφές της ευχαρίστησης όμως δεν φτάσαμε

Την ιερά παρέλευση ατοπημάτων

Παντού ο τόπος διασκορπίζεται μαζί τους

Παντού φτώχια μυαλού και συνείδησης

Παντού τα πάντα ως λένε και το είδαμε



Τούτο εδώ σαν ποίημα δεν μας θρέφει

Σαν λόγος ακέραιος υστερεί

Δεν είναι τίποτα απ’ τη μιζέρια που πτοεί τα πανανθρώπινα

Μονο πόνος είναι, μόνο απελπισία και παρέλευση

Μόνο κομένη ανάσα και καημός αχόρταγης υποταγής

Κατηφόρα χωματένιου δρόμου, κατσάβραχα όπου σπάσαμε

Τα πόδια μας



Άνθρωπε,

Στην αυτοτέλεια του σύμπαντος μην με αφήνεις μόνη

Να θρηνώ





Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Η Πέτρα

Δεν άνοιξε η πέτρα στη γιορτή της Πασχαλιάς.
Έμειν’ εκεί μονάχη της
στ’ ακρόβραχο να κλαίει
τα κλεισμένα μάτια των χορών.

Ακούς πατρίδα;
– Χώρα ειρηνική
κάτω απ’ το χώμα και την άμμο –
Ετούτες οι σταγόνες μείνανε
να ευεργετούν την ερημιά
και τις καλδέρες των κειμηλίων.

Ξαγρύπνησε το κύμα.
Έξω απ’ τον τόπο των λυγμών ήτανε
σαν άκουσε τη χήρα να σφαδάζει
αναμονή και ύστερο μετάνιωμα.
– Μα η μοίρα δεν αλλάζει – .

Είμαι ο χειμώνας -φώναζε-
που κρυσταλλώνει βλέφαρα
που αγκυλώνει αγκάλες
να μένουν ανοιχτές και να μην κλείνουν
να νιώσουν ευωδιά ανάσας
να πυρώσουν από ζεστή καρδιά.
Είμαι ο χειμώνας.
Χιονιάς και γδάρτης των ελπίδων
γεννήτορας των καταιγίδων
που στρέφουν τη γαλήνη μακριά.
Είμαι ένα βδελυρό αμάλγαμα
που πυρετό σηκώνει
το θύμα μου κανείς ποτέ δε σώνει
κι έχω θηράματα πολλά…

Ακούς αγάπη;
που κλαις και που σφαδάζεις…
Δύσκολη η παρέα του φωτός
και ούτε χαραμάδα ουρανού
για να ξεφύγεις…



Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Το δωμάτιο

Είναι χρόνια τώρα που φυσάει σε τούτο το δωμάτιο. Άτιμος καιρός. Κρύο και αέρας να ξηραίνουν το πετσί. Κάθε χρόνο διακρίνω όλο και περισσότερες χαρακιές του.

Ο γιατρός μου είπε να βάζω κάθε βράδυ ενυδατική, να αποφεύγω τα νερά, τα κρύα και την τρύπια αγάπη. Δεν μου είπε όμως τίποτα γι’ αυτό το δωμάτια που ξηραίνει αργά ή γρήγορα κάθε υγρασία μου.

Χειμώνα – καλοκαίρι είναι κρύο, τόσο κρύο που με δυο πουλόβερ και μπουφάν ίσα που το αντέχω. Γάντια όμως δεν γίνεται να φορέσω. Τα θέλω ελεύθερα τα δάχτυλα να μπορώ να γράφω, αλλά με αυτόν τον καιρό στο σαν χιονισμένο δωμάτιο κοκαλώνουν και αγκομαχούν στο γράψιμο.

Σήμερα έγραψαν μόνο μια λέξη: Απουσία.
Μαντεύω τι θέλουν να πουν. Μόνο μαντεύω. Όποτε ισχυρίζομαι ότι κατανόησα κάτι σηκώνονται εμπρός μου και μου ρίχνουν δέκα φάσκελα. “Πάρτα για να έχεις περισσότερη έμπνευση στη μαντεψιά”, μου λένε περιπεχτικά, κι εγώ στριγγλίζω από μέσα μου: “Θα σας δείξω!”

Τυλίγομαι μια κουβέρτα και κάθομαι στο κρεβάτι με αγωνία.
Κανείς δεν θα έρθει, και είναι ακριβώς αυτό που φοβάμαι. Αυτό και τούτος ο καταραμένος αέρας που θέλει να μου παίρνει την κουβέρτα, να μου ανακατώνει τα μαλλιά και να μου ξηραίνει τα χέρια και το πρόσωπο. Τα άλλα δεν με νοιάζουν. Αντέχω.

Βαρέθηκα τη ζωή σε αυτήν την κατάσταση. Όχι τη ζωή, την κατάσταση, και την ζωή σε αυτή.

Ετούτος ο αέρας είναι ένα πολύ ύπουλο φαινόμενο.
Γίνεται ακόμα δριμύτερος τις στιγμές που η θέλησή μου λείπει και μου σφυρίζει μέσα στ’ αυτιά, βαθιά πολύ βαθιά μην τυχόν και τα γράμματα χαθούν και δεν ακούσω.
“Είσαι εγώ και βρίσκεσαι σ’ εμένα!”

Παραταύτα όλο και κάποιο γράμμα ξέφευγε και η πρόταση έμενε σαν κενή πινακίδα στο μυαλό μου, μέχρι πριν λίγα λεπτά.
Κρύο τσουχτερό και αέρας μανιασμένος να σφυρίζει στους ακουστικούς μου πόρους πεντακάθαρα κάθε γράμμα κάθε λέξης.
“Είσαι εγώ και βρίσκεσαι σ’ εμένα!”

Αυτό ήταν.
Άνοιξα την πόρτα και βγήκα…

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Εμείς

-Σε νεφελώδη νου
σκέψεις σπάζουν και αντανακλούν-


Με δέντρα αιώνια μοιάζουμε
με τις ρίζες κατάσαρκα χωμένες
κι ένα προορισμό που δεν δεχόμαστε.

Ο φλοιός σκληραίνει
καθώς οι αγέρηδες γδέρνουν
τα φύλλα μας,
κάποια παρασύρονται εύκολα ενώ
άλλα τα παίρνουμε μαζί μας
ως τη μεγάλη φωτιά.

Αυτές τις ημέρες σουρουπώνει γρηγορότερα
-δεν είναι ότι γεράσαμε, όχι ακόμα,-
είναι που επιθυμούμε να βολευτούμε στα σκοτεινά,
νωρίτερα…

Τη νύχτα κοπάζει ο αέρας
κι εμείς
λησμονούμε ό,τι χάσαμε.

Το πρωί
σαν βλέπουμε τα φύλλα λιγότερα
θυμόμαστε ξανά,
γι’ αυτό και η βιασύνη της σκοτεινής σιγαλιάς
μας κυριεύει.

Την αγαπάμε τη νύχτα
με την αμυδρή συντροφιά των άστρων
και δη την καλοκαιριά
με τα ρομαντικά τζιτζίκια·
κι ας μην μας παίρνει ο ύπνος
και ας μας τυραννά το ξενύχτι
κι ας βυθιζόμαστε κάποτε σε
αγριεμένα όνειρα.

Οι ρόζοι μας ξέρουν καλά τις τσαπιές της ημέρας,
γνωρίζουν τι κάνει ο άνθρωπος στη νιότη και στη βιάση·
τα δίχτυα ακόμα παραμονεύουν τους καρπούς μας.

Ελιές μας είπανε
και λάδι μας τραβάνε
απ’ το προσκύνημα της Άνοιξης ως
τις βέργες του Χειμώνα.

Αγαπάμε τη νύχτα
κι ας μην κοιμόμαστε ποτέ
κι ας μην χάνουμε τα φύλλα σαν τους άλλους.
Αγαπάμε τη νύχτα γιατί μας κρύβει
και μπορούμε ευκολότερα να πεθάνουμε.




Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Αντίποδες - Μελβούρνη – Αυστραλία 2010

.