Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Ημέρα Γάμου




Ω αγάπη μου,  φοβάμαι.
Ο ήχος έχει σταματήσει σε εκείνη την ημέρα
και αυτές οι εικόνες ξετυλίγονται ξανά
και ξανά. Γιατί όλα εκείνα τα δάκρυα,

η άγρια θλίψη στο πρόσωπό του
έξω από το ταξί;  Ο χυμός
του θρήνου έχει καταπνίξει
τους φίλους μας στα σκαλοπάτια.

Κραυγάζεις πίσω από την πολυώροφη τούρτα
σαν νύφη εγκαταλελειμμένη
που συνεχίζει, αποτρελαμένη,
και υποφέρει την ιεροτελεστία.

Όταν πήγα στο αποχωρητήριο
υπήρχε μία σαϊτεμένη καρδιά
και μια επιγραφή αγάπης.
Άσε με να κοιμηθώ στο στήθος σου ως το αεροδρόμιο.
 


Seamus Heaney
Μετάφραση: Μαρία Ανδρεαδέλλη


Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Υστερόγραφο

                         
Και κάποια στιγμή βρες το χρόνο να ταξιδέψεις δυτικά
Στην Κομητεία Clare κατά μήκος της ακτής Flaggy,
Τον Σεπτέμβρη ή τον Οκτώβρη, όταν ο άνεμος
Και το φως λειτουργούν μακριά το ένα από το άλλο
Έτσι ώστε ο ωκεανός από τη μια μεριά να είναι άγριος
Με αφρό και λάμψη, και στην ενδοχώρα ανάμεσα στις πέτρες
Η επιφάνεια μιας γκρίζας σχιστολιθικής λίμνης να είναι φωτισμένη
Από το γήινο φως ενός σμήνους κύκνων,
Τα φτερά τους αγριεμένα και ανακατεμένα, λευκά σε λευκό,
Τα πλήρως ανεπτυγμένα απείθαρχα στην όψη κεφάλια τους
Αναδιπλωμένα ή κορδωμένα ή απασχολημένα κάτω από το νερό.

Ανώφελο να σκεφτείς ότι θα το προσεγγίσεις ή θα το συλλάβεις 
Λεπτομερέστερα. Δεν είσαι ούτε εδώ ούτε εκεί,
Μια βιάση μέσω της οποίας γνωστά και παράξενα πράγματα διέρχονται
Σαν μεγάλα μαλακά χτυπήματα στα πλάγια του αυτοκινήτου
Και πιάνουν την καρδιά εκτός επιφυλακής και την ανατινάζουν

Seamus Heaney
Μετάφραση : Μαρία Ανδρεαδέλλη



Postscript
And some time make the time to drive out west
Into County Clare, along the Flaggy Shore,
In September or October, when the wind
And the light are working off each other
So that the ocean on one side is wild
With foam and glitter, and inland among stones
The surface of a slate-grey lake is lit
By the earthed lightening of flock of swans,
Their feathers roughed and ruffling, white on white,
Their fully-grown headstrong-looking heads
Tucked or cresting or busy underwater.

Useless to think you'll park or capture it
More thoroughly. You are neither here nor there,
A hurry through which known and strange things pass
As big soft buffetings come at the car sideways
And catch the heart off guard and blow it open


Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Στάση



Στις μέρες που φεύγουνε
                   χιόνια σπαρμένα
σ’ εκείνες που έρχονται
                  βαθιά σιωπή

κι αν πάνε τα χρόνια
                    σκιάχτρα, τελώνια
κι όσα ζυγώνουν
             λήθη, ενοχή

μια σκέψη μετράει
            φόβος δεν τη χωράει
μια πλήρη εικόνα
                   εντός κατοικεί

το μάταιο έχει στερέψει
                   με την κρύφια έξη
και προβάλλει καθάρια
                          η πράξη – ίδια ευχή

Όσα έρχονται        φεύγουν
όσα δίνονται         έχουν
ένα χρώμα που     πάντα
κάπου γύρω           θα ζει.



Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Ποιός




I

Ποιος είσαι;
Εσύ με τα μενεξεδένια μάτια
και το περπάτημα της αλεπούς νύχτα
να πλησιάζεις και να λυπάσαι
μαζί μου
Εσύ από έναν άλλο κόσμο ερχόμενος
συμπορευόμενος τη μεγάλη αλήθεια
της πληγής μου
Ποιος είσαι;
Ποιος είσαι εσύ
που περνάς θάλασσες κι ουρανούς
για να σταθείς μια στάλα στον απέναντι τον δρόμο
κι απ’ το παράθυρο μου το ανοιχτό
δίχως κουρτίνα
να δεις τι χρώμα έχουν τα ντουλάπια μου
και οι τοίχοι και η τύχη μου
αδιάφορα να μου σφυρίζει
Ποιος είσαι;

Τυφλώθηκαν τα μάτια μου
κι άλλο δεν βλέπουν από έναν άγονο κλαυθμό
στην μετώπη του ανθρώπου
Τι ζητάς;
Τι στ’ αλήθεια ζητάς
σ’ αυτόν τον νέο κόσμο σου
από εμένα;


II

Κι  όμως σε είδα
κι αν τυφλή
έτσι όπως έσκυβε το βλέμμα σου
να μπει απ’ το παράθυρο
Κρύφτηκα πίσω από τον τοίχο
του διαδρόμου
με κομμένη την ανάσα
έσκυβα κάθε τόσο κι εγώ
παραμόνευα
Θα μπεις; Δεν θα μπεις;
Ολόκληρος
Όμως μόνο τη θάλασσα άφησες να χυθεί εντός
να καταβρέξει το χαλί
να πάρουν τα κύματα της το κρεβάτι
κι εγώ μονάχα να κοιτάζω
με τα τυφλωμένα μάτια μου
να βλέπω
ένα-ένα τα αντικείμενά μου
να χάνονται
και μόνο όταν τα μάζεψες όλα
πήρες και τη θάλασσά σου
κι απομακρυνθήκατε
και μόνο τότε ξαναέβαλα τα πόδια μου
στο δωμάτιο
με τα βρεγμένα του σανίδια
και το διαβρωμένο παράθυρο
κι έτσι απλώθηκα μπροστά του
ίδια μεμβράνη αλουμινόχαρτου
με γυμνά ανάγλυφα στήθη στις αχτίνες του ήλιου
και ούτε μια του δεν τόλμησε πια να εισχωρήσει


ΙΙΙ

Ακόμα μετράω ημέρες
και φυλάω ημέρες
για μια περίοδο καμπής
Τα βράδια που ξαπλώνω
στο απολιθωμένο μαξιλάρι
και με παίρνουνε τα σκληρά μου όνειρα
μακριά
μακριά κι απόμακρα στέκομαι
με το συλλογισμό εν γρηγόρσει
μην τύχει και μ’ ακουμπήσει η ομορφιά τους
η ψευδώς στολισμένη
και ματώσει τον νου με τα άγκαθα
της νοσταλγίας
Όχι δεν θέλω να κοιμάμαι
σε ονειρεμένα μονοπάτια να θυμάμαι ελπίδες
να προσμένω
Όχι, μακριά, μακριά επιμένω να μένω από του πόθου τις οδούς
κι έτσι οι οπτασίες δεν με φτάνουνε
όπως δεν τις φτάνω ακόμη κι εγώ
εκείνες της αληθείας


IV

Χάνονται μέσα μου οι πηγές της βοής του ανθρώπου
άδηκτες πληγές οι στεναγμοί
βιώνουν την έννοια του γίγνεσθαι.
Τα σημάδια του ορίζοντα εκπίπτουν του ορισμού τους,
σε χρόνια γήινα φθαρμένες οι εικόνες του σύμπαντος
και το νόημα στενό να χωράει στο νου τους.
Η αυλή, ο κήπος, το κάρβουνο-βουνό που κάποτε γελούσε
μαραζώνουν στην απουσία παιδιών
τώρα τα θρέφουν ξένες μητέρες σε λιλιπούτειες χώρες
μαριονέτες επί πληρωμή.
Συγχωνευόμαστε σαν αριθμοί νομισμάτων:
είσοδος-έσοδα, έξοδος-έξοδα, υποχρεώσεις, χρεώσεις, χρέη
φέρτε μου όλο το χρέος
έτσι κι αλλιώς μόνο όποιος νιώθει πληρώνει πια.


V

Έχω ένα δρόμο σκοτεινό που διασχίζει το δωμάτιο
διαπερνά τοίχους, σβήνει αναμνήσεις, χαράσσει τα αναμενόμενα.
Θα μπορούσε κάποιος να τον πάρει και να φύγει ή να έρθει
όμως κανείς δεν θέλει να περάσει από αυτό το δωμάτιο -μόνο τα μάτια σου-
ούτε κι εγώ
όμως εμένα με κατοικεί κι ούτε μπορώ να το διώξω ούτε να το αγαπήσω
αγαπώ όμως τον δρόμο, τον σκοτεινό, τον σχεδόν μυστικό
τον σχεδόν απομονωμένο,
μοιάζει με το εσώτερο των βραχιόνων μου
καίτοι σκοτεινός, καίτοι κατάλευκοι
έχουν όμοια κατάληξη τα δάχτυλα
που δείχνουν, που φτάνουν, που αγγίζουν
τα απομακρυσμένα…