Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Της νύχτας



Είχε καιρό να περπατήσει μόνη ανάμεσα σε ζωντανούς.
Για λίγα λεπτά κατάφερε να ξεφύγει και να αφιερωθεί στο γύρω κλίμα.
Στη νύχτα, στο νέο φεγγάρι, στα φώτα, στους ήχους, μα κυρίως στη ζωντάνια που απέπνεε το σύνολο.
Τον σκεφτόταν, όπως δεν τον είχε σκεφτεί για καιρό, όπως τον είχε σκεφτεί και του είχε γράψει λίγα χρόνια πριν.
Πεινούσε. Είχε σχεδόν κάθε είδους πείνα κι όμως εκείνες τις στιγμές θα βολευόταν και με ένα σάντουιτς στα όρθια.
Πέρασε έξω από ένα σαντουιτσάδικο της νύχτας. Και την ημέρα λειτουργούσε, αλλά τη νύχτα η μορφή του άλλαζε.  Άδειο, με κάτι ισχνούς μπουφετζήδες πίσω από τις τυροκαφτερές, τα τυριά και τα σαλάμια.
Ευχαριστώ, χόρτασα, σκέφτηκε σαν από ένα άλλο ένστικτο.
Το στομάχι όμως διαμαρτυρήθηκε έντονα στο μυαλό, μια σουβλιά έκανε φανερή την υπεροψία, το μυαλό υπέκυψε, καλά είπε, θα σε βολέψω με κάτι παξιμαδάκια φυλαγμένα στο σάκο μου.
Το να μασουλάει λαίμαργα παξιμαδάκια εν μέσω τόσου κόσμου ήταν ένα θέμα που η ιδιοσυγκρασία της αν και πεινασμένη δυσκολευόταν να αποτινάξει, και παρότι έμοιαζε σαν νεκρική σκιά ανάμεσά τους, και ενώ ήταν πεπεισμένη ότι κανείς τους δεν θα μπορούσε να την δει, διάλεξε να κατευθυνθεί σε μια πιο ήσυχη μεριά του δρόμου και με λιγότερα φώτα και θόρυβο και από εκεί μακριά να παρακολουθεί τη δραστηριότητα της νύχτα σβήνοντας παράλληλα την πείνα του κορμιού αλλά και ενός μέρος της ψυχής της.

-Γνωρίζετε μια εκκλησία εδώ κοντά;

Είχε απομακρυνθεί αρκετά όταν άκουσε μια φωνή να ρωτάει.
Κάποιος την είχε δει τελικά. Δεν γύρισε να κοιτάξει αλλά ήταν βέβαιη ότι σε εκείνη απευθυνόταν και με επιμονή επανέλαβε:
-Γνωρίζετε μια εκκλησία εδώ κοντά;

Το μυαλό της άρχισε να αναλύει την ερώτηση. Μία εκκλησία; Ποια εκκλησία; Μια συγκεκριμένη ή μια οποιαδήποτε; Τι πραγματικά ρωτούσε; Σε κλάσματα δευτερόλεπτου την είχε ήδη πλησιάσει αρκετά, τόσο που αναγκάστηκε να γυρίσει  να κοιτάξει για να δει με τι είχε να κάνει, και τότε αποφάσισε να παίξει τον αγαπημένο της ρόλο:

 Δεν θα ήταν εκείνη,  θα ήταν μια ξένη.
 Όσο και να την ρωτούσε δεν θα άνοιγε το στόμα της και αν το άνοιγε θα μιλούσε μια γλώσσα που θα του ήταν αδύνατο να κατανοήσει.
Η εμφάνιση της την είχε κατά καιρούς βοηθήσει σε αυτόν τον ρόλο. Βαμμένα έντονα μάτια, ανοιχτόχρωμα χαρακτηριστικά, ντεκολτέ, σορτς, πλατφόρμες, ναι ήταν έτσι κάποτε, αλλά όχι εκείνη τη νύχτα.
Πόσες εκατοντάδες νύχτες είχαν περάσει από την τελευταία φορά;  Χάθηκε προς στιγμήν από το μέτρημα, αλλά η φωνή όλο και πλησίαζε και επαναλαμβανόταν, επίμονη αν και ασθενική και ταυτόχρονα σπασμένη, ερχόταν κι εκείνη από τα βάθη ενός άλλου κόσμου.
-Μήπως γνωρίζετε μια εκκλησία εδώ κοντά;

Η ώρα σχεδόν έντεκα. Νύχτα καλοκαιρινή. Δίπλα της μόλις που είχε περάσει το πιθανώς τελευταίο λεωφορείο της βάρδιας.
Είδε τη φωνή ντυμένη ένα σώμα. Κάποτε σίγουρα θα το έλεγες  αντρικό, αλλά εκείνη τη νύχτα ήταν έτοιμο προς εξαφάνιση, αυτή  τη ροπή της μαρτύρησε από την πρώτη στιγμή και η φωνή του.
Φοβήθηκε. Κι όταν φοβόταν άλλαζε. Γινόταν ξένη, αλλόγλωσση.
 Δυο περαστικοί ίσως το κατάλαβαν, την είδαν κι αυτοί, φαίνομαι τελικά σκέφτηκε, φαίνομαι ακόμα,  πλησίασαν την κάποτε αντρική παρουσία και κάτι του είπαν, στο επόμενο βλέμμα της κάτι κρατούσε στα χέρια του, ήταν σκοτεινά για να το διακρίνει.
Η φωνή σίγησε και τρύπωσε στη νύχτα, έμοιαζε ευχαριστημένη, κι εκείνη ήσυχη που απομακρύνθηκε, επιστρέφοντας μάλλον στον κόσμο του, έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο με επιβεβλημένες ψευδαισθήσεις και πραγματικούς πόνους, έναν κόσμο που ναρκώνει για να σκοτώσει αργά αλλά βέβαια.

Λίγα λεπτά αργότερα εκείνη ήταν πάλι εκείνη.
Συνέχισε να αφουγκράζεται τους ζωντανούς της νύχτας, με τζιν παντελόνι και αθλητικά παπούτσια, χωρίς βαμμένα μάτια αλλά με τα πάντα ανοιχτά της χρώματα και το μόνο που θύμιζε κάτι από το ξέγνοιαστο παρελθόν της ήταν το βαθύ ντεκολτέ για να μην παρεμποδίζεται στις εξορμήσεις της η καρδιά.